Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Δικτατορία της βουλής;

Η αστική δημοκρατία στηρίζεται στο κοινοβούλιο και κατ’ επέκταση στα κόμματα. Ο ρόλος του κοινοβουλίου στην Κύπρο είναι να νομοθετεί και να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία.
Μετά την προσπάθεια που έκαναν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και σ’ ένα βαθμό το πέτυχαν, να καταστήσουν τη βουλή κυβερνώσα (ένας ρόλος που δεν της ανήκει), τώρα αποφάσισαν να καταργήσουν και τα’ αποτελέσματα του κοινωνικού διαλόγου. Δηλαδή στην ουσία καταργείται η συλλογική διαπραγμάτευση. Αν στο μέλλον δηλαδή τα αποτελέσματα μιας συλλογικής διαπραγμάτευσης δεν αρέσουν σε μια ευκαιριακή πλειοψηφία, θα μπορεί να μην τα δέχεται και να νομοθετεί διαφορετικά.
Ο θεσμός που για τόσα χρόνια διασφάλισε την εργατική ειρήνη και ένας τρόπος που οι κοινωνικοί εταίροι έθεταν τα αιτήματα τους και διαβουλεύονταν για να φτάσουν σε συμφωνία κι’ αυτή η συμφωνία τους δέσμευε, τώρα τίθεται εν αμφιβόλω.
Ο συναγερμός και το ΔΗΚΟ δια των Ν. Αναστασιάδη και Ν. Παπαδόπουλου, μας είπαν πως οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι κρατικοί και όχι κυβερνητικοί υπάλληλοι και διερωτήθηκαν γιατί οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν ακολούθησαν την συμφωνία των κομμάτων με τον πρόεδρο και ζητούν από τα κόμματα να σεβαστούν την συμφωνία συνδικαλιστικών οργανώσεων με τον πρόεδρο. Ναι κύριοι αλλά εργοδότης τους ή ο άμεσα υπεύθυνος αρμόδιος για τα εργασιακά τους ζητήματα είναι η εκάστοτε κυβέρνηση, με την οποία θα διαβουλευτούν για να επιλύσουν τυχόν διαφορές και προβλήματα.
Έχει αμφισβητηθεί ο ρόλος των συνδικάτων ως τρόπος οργάνωσης και μέσο διεκδίκησης των εργαζομένων. Δηλαδή το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκφραστές, αυτό που επιδιώκουν είναι το κτύπημα του εργατικού κινήματος και των οργανώσεων του.
Τελικά που μας οδηγούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Σε δικτατορία της βουλής;
Ας σκεφτεί ο καθένας από μας πόσο πίσω θα μας πάρει αν αυτή η τακτική των κομμάτων που εκφράζουν την πλουτοκρατία περάσει και πόσο μας συμφέρει να μείνουμε αμέτοχοι ή να μην αντιδράσουμε κρατώντας απόσταση από τα διαδραματιζόμενα απέχοντας από οργανωμένες δράσεις του εργατικού κινήματος.
Ας μην επιτρέψουμε να χαλάσουν ότι κτήστηκε με αγώνες σκληρούς, αιματηρούς, διώξεις φυλακίσεις κ.λπ. ενός αιώνα σχεδόν.
Θα πάμε από την αρχή;

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Για τον (Αζής)

Πόσο πληγώνεται άραγε ένα παιδί 4-5 χρόνων όταν δεν θέλουν να παίξουν μαζί του και το διώχνουν, επειδή ανήκει σε μια εθνική μειονότητά;
1963-1964. Η σχέσεις ελληνοκυπρίων τουρκοκυπρίων, είχαν ήδη δηλητηριαστεί από τη δράση των εθνικιστικών ένοπλων ομάδων και από τις δυό πλευρές. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα όπως θα λέγαμε σήμερα επηρέασε και την μικρή μας κοινότητα, όπου έλληνες και τούρκοι ζούσαν αρμονικά. Μια εικόνα που έχω στο μυαλό μου είναι, (ένα απόγευμα πήγαμε σ’ ένα σπίτι στο οποίο παντρευόταν μια τουρκάλα). Και μια άλλη εικόνα, (στη βεράντα του καφενέ, ένα τουρκόφωνο αγόρι μάθαινε τον αδελφό μου τούρκικα).
Ήρθε όμως ο καιρός της αντιπάθειας. μια τέτοια εικόνα, (στην αυλή του καφενέ τρεις τέσσερεις νεαροί γύρω στα 15 με 18 χρονών έπαιζαν ποδοσφαιράκι, όταν το παιχνίδι τέλειωσε είπαν: πάμε να φύουμεν τζαι εν να έρτουν οι τούρτζοι τώρα, (εννοούσαν τα τουρκόπαιδα, που θα έρχονταν στον καφενέ για να παίξουν). Εγώ τότε περίπου 5 χρόνων ρώτησα: ε, εινναμπον αν έρτουν οι τούρτζοι; Μου απάντησαν: ενν’ αρτουν οι τούρτζοι τζαι να είμαστε τζαι μείς δαμέ; Δεν κατάλαβα τι πείραζε.
Η εθνική περιρρέουσα ατμόσφαιρα , φαίνεται όμως με επηρέασε και μένα.
Ένα πρωί έπαιζα στην αυλή του σπιτιού μου, ένα παιδί έχω την εντύπωση φορούσε κάτι σε μπλε από πάνω, 4-5 χρόνων, (στην ηλικία μου δηλαδή), (ήταν ο γιός του ΜπραΪμη, που είχε μπακάλικο στο χωριό) (δενθυμούμαι αν τον συνάντησα ξανά) με πλησίασε, η μητέρα μου με προέτρεψε να παίξω με τον……… (δεν θυμούμαι τα’ όνομα). Εγώ γύρισα να φύγω. Η μάνα μου επανάλαβε: έλα να παίξεις με τον….
-όΪ εθελω, απάντησα.
-γιατί ; με ρώτησε η μάνα μου
-εν τούρκος απάντησα.
-ε, ειννα πον αν εν τούρκος; Ρωτά η μάνα μου
-εν τον θέλω να φει, εν τούρκος.
-φύε, απευθύνθηκα στο παιδί που με κοιτούσε θάλεγα απορημένο. Τότε το παιδί γύρισε κ’ έφυγε.
Ποιος μ’ έμαθε να μισώ ή να μη θέλω τους τούρκους; Αφού οι γονείς μου περνούσαν καλά με τους συγχωριανούς μας τουρκοκύπριους με τους οποίους συνεργάζονταν και οι δουλειές του πατέρα μου ήταν σε τουρκοκυπριακή περιουσία για την οποία πλήρωνε πολύ μικρό ενοίκιο στον ιδιοκτήτη κοινοτάρχη των τουρκοκυπρίων, πέραν από το ότι η ιδεολογία και πολιτική τοποθέτηση του πατέρα μου κάθε άλλο παρά υπέρ του εθνικού διαχωρισμού ήταν. Αντίθετα ήταν υπέρ της συνεργασίας και της ενότητας των εργαζομένων ανεξάρτητα εθνικής ή άλλης καταγωγής.
Αυτή η μικρή προσωπική μου ιστορία άρχισε να έρχεται συχνά στο μυαλό μου, μέχρι σήμερα και να με ενοχλεί, να με στενοχωρεί, όταν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου έκανα τους πρώτους μου κοινωνικούς-πολιτικούς προβληματισμούς.
Κάποια στιγμή μου μπήκε η ιδέα αν μπορούσα να βρω τον συνήλικο συγχωριανό μου, να του ζητήσω μα με συγχωρέσει.
Ήρθε η εισβολή και σκεφτόμουν πως ίσως ο (Αζης) θα ήταν στην T.M.T. με τέτοια παιδική εμπειρία. Συχνά διερωτόμουν που να βρίσκεται.
Κάπου στο 2003 ή γυναίκα μου εργαζόταν σ’ ένα εργαστήρι, εκεί πήγε να δουλέψει για λίγο διάστημα ένας τουρκοκύπριος από την Μόρφου. Η Γυναίκα μου που ήξερε την επιθυμία μου , τον έφερε σε επαφή μαζί μου. Τον ρώτησα αν ήξερε τον ΜπραΪμη που είχε μπακάλικο στην Μόρφου. Απάντησε καταφατικά και προθυμοποιήθηκε να μου φέρει τον αριθμό του τηλεφώνου του. Έτσι κ’ έγινε.
Πήρα τηλέφωνο τον ΜπραΪμη (ο οποίος δεν έβλεπε τους έλληνες με καλό μάτι όπως λένε μερικοί  που τον γνώριζαν και υπολογίζουν πως ήταν της TMT).
Μου μίλησε άπταιστα ελληνικά. Του είπα ποιος είμαι και ποιού γιός είμαι, κατάλαβε αλλά απάντησε ψυχρά μπορώ να πω, παντός δεν ενθουσιάστηκε.
Του είπα την ιστορία μου και τον ρώτησα για τον γιό του. Μου είπε ότι έχει ένα γιό στην ηλικία μου, ό οποίος κατοικεί στη Λεύκα και πως έχει μπακάλικο. Μου είπε το όνομα του αλλά δεν το συγκράτησα. Παρ’ όλη την επιθυμία μου δεν αποφάσισα ακόμα να πάω να τον βρω.
Τον τελευταίο καιρό έμαθα ότι στην επιτροπή της Λεύκας για την διάνοιξη οδοφράγματος στην περιοχή είναι και ο γιός του ΜπραΪμη όπως μου είπαν ο (Αζης). Ελπίζω το επόμενο διάστημα να γίνει μια συνάντηση μαζί τους κ’ έτσι να συναντηθώ με τον (Αζής).
Έγραψα με δυσκολία και αυτή την ιστορία και μετά από πολλή σκέψη. Γιατί την έγραψα δεν ξέρω, ίσως από προσωπική ανάγκη, ίσως και για να στείλω κάποια μηνύματα.

Θα ήταν λίγο πριν οι τουρκοκύπριοι εγκαταλείψουν το χωριό μας, όταν νομίζω ο (Αζής ), οπως έλεγαν ο γιός του ΜπραΪμη έβαλε φωτιά κάπου εκεί στη γειτονιά ίσως και στο σπίτι τους δεν ξέρω, παντός ήταν σπίτια τουρκοκυπρίων εκεί. Θυμούμαι που έτρεχαν να σβήσουν τη φωτιά, ήρθε και η πυροσβεστική.
Οι τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν το χωριό μας(υπολογίζω χωρίς να είμαι σίγουρος αρχές του 1964. Παντός τον Αυγουστο του 1964 στους βομβαρδισμούς της Τιλλυρίας δεν ήταν στο χωριό) μετά από πιέσεις της TMT  αλλά και μετά όπως μου είπε ο Η.Α. ο οποίος συμμετείχε, από ένα βράδυ, ένοπλοι και με στρατιωτική στολή γύρω στους 100 ελληνοκύπριους πέρασαν μέσα από τον τουρκομαχαλά, για εκφοβισμό.
Έμεινε μόνο ένα ζευγάρι  ηλικιωμένοι, οι οποίοι παρ’ όλες τις πιέσεις από τα παιδιά τους, και το ότι το σπίτι τους ήταν απέναντι από το δημιουργηθεν στρατόπεδο, έλεγαν πως καλά περνά και δεν έφυγαν.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Καλοκαίρι 1974

Νομίζω πως όταν κάποιος καταγράφει τις μνήμες του για το καλοκαίρι του 1974 έστω και αν δεν περιέχουν κάτι σημαντικό, συμβάλουν στην δημιουργία της εικόνας της ζωής στην Κύπρο εκείνη την περίοδο, που έρχεται ξανά στο νου όσων την έζησαν και βοηθά αυτούς που δεν την έζησαν να αντιληφθούν σ’ ένα βαθμό τι γινόταν σε διαφορετικούς χώρους στην Κύπρο.
Θα προσπαθήσω λοιπόν να καταγράψω τις δικές μου μνήμες, έτσι όπως τις έζησα ως ένας δεκαεξάχρονος.

Στο γυμνάσιο της Ακρόπολης όπου φοιτούσα στην Τετάρτη τάξη, εκείνο τον καιρό μέχρι την εισβολή θεωρείτο το γυμνάσιο της αριστοκρατίας, γι’ αυτό και τα παιδιά πολλών γνωστών και μη, οικονομικά ισχυρών, διευθυντών, υπουργών κ.λπ. φοιτούσαν σ’ αυτό.
Οι μαθητές αριστεροί ήταν λίγοι.
Οι ιδεολογικές-πολιτικές συζητήσεις ήταν καθημερινές και πολλές φορές έντονες.
Την άνοιξη του 1974 μια μέρα οι συμμαθητές μας της ΕΟΚΑ β ήρθαν το πρωί και προσπαθούσαν να μας βγάλουν διαδήλωση, με το αιτιολογικό ότι έγινε κάποιες μέρες πριν ανθελληνική διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη, Γι’ αυτό έπρεπε κ’ εμείς να πραγματοποιήσουμε αντιτουρκική διαδήλωση. Εγώ όπως και πολλοί άλλοι δεν κατανοούσαμε γιατί έπρεπε να κάνουμε διαδήλωση. Στο τέλος τα κατάφεραν και η διαδήλωση ξεκίνησε, όμως το εφεδρικό σώμα της αστυνομίας που έφτασε την περιόρισε στην αυλή του σχολείου. Όταν μπήκαμε στις τάξεις γύρω στους δέκα συμμαθητές μας της ΕΟΚΑ β συγκεντρωμένοι στην αυλή φώναζαν: όρκος απαράβατος ένωση ή θάνατος. Τότε κατάλαβα!
Τον Μάη ή Ιούνη όπως μεταδιδόταν από το μόνο κανάλι ενημέρωσης στην ελληνοκυπριακή πλευρά υπήρχε αντιπαράθεση Ελλάδας Τουρκίας για το Αιγαίο. Μιλώντας μ’ ένα συμμαθητή μου υποψήφιο βουλευτή του συναγερμού στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, του είπα στο τέλος εν εμείς που εν να φταίξουμε.
Με το κλείσιμο των σχολείων πήγα στο χωριό μου.

Το Χωρίο μου μια μικρή κοινότητα, με ήσυχους κατοίκους, πολλοί απ’ αυτούς είχαν έντονο ενδιαφέρον για τα πολιτικά ζητήματα και εξελίξεις.
Θυμούμαι από μικρό παιδί στον καφενέ μας οι θαμώνες άκουαν τις ειδήσεις και τα σχόλια από το ΡΙΚ, τον μπαΪρακ, την φωνή της Κύπρου (τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός), με προσοχή και χωρίς να μιλούν και στη συνέχεια άρχιζε η συζήτηση. Κάθονταν σ’ ένα κύκλο περίπου, μιλούσε κάποιος και οι άλλοι τον άκουαν, μετά έπαιρνε άλλος τον λόγο κι οι υπόλοιποι άκουαν, η συζήτηση τέλειωνε όταν δεν είχε κανένα για να πει κάτι. Αυτός ο τρόπος συζήτησης μου έκανε εντύπωση και δεν τον συνάντησα πουθενά όπου και αν πήγα.
Τα’ απογεύματα όταν οι ηλικιωμένοι μαζεύονταν, ο καφετζής διάβαζε μεγαλόφωνα τα σημαντικά από την εφημερίδα για να ακούν και οι άλλοι που δεν ήξεραν να διαβάζουν.
Έτσι λοιπόν γινόταν και το καλοκαίρι του 1974. Έντονο το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις και οι συζητήσεις κάθε βράδυ έδιναν και έπαιρναν. Γίνονταν αναφορές και για πραξικόπημα.

Το πρωί της Δευτέρας 15 Ιούλη στο χωρίο δεν υπήρχε κίνηση, ήταν ησυχία. Στο σπίτι μας η κόρη της αδελφής μου που ήρθε για να μείνει λίγες μέρες(12 χρόνων), ενώ σφουγγάριζε και άκουε το μικρό μου ραδιόφωνο, με ρώτησε: Γιατί παίζει ο εθνικός ύμνος; Εγώ χωρίς να σκεφτώ διερωτήθηκα αν είναι καμιά επέτειος για τον Σολωμό.
Μετά πήγα δίπλα στο καφενείο για να δω τι γίνεται. Ήταν μόνος ο αδελφός μου ο οποίος ήταν με άδεια του στρατού μέχρι ν’ απολυθεί εκείνες τις μέρες.  μου λέει ότι έγινε πραξικόπημα και προς επιβεβαίωση μου έβαλε ν’ ακούσω   τα εμβατήρια και την ανακοίνωση ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, που μετέδιδε το ΡΙΚ. Αμφισβήτησε όμως την ανακοίνωση πως ο Μακάριος ήταν νεκρός, λέγοντας ότι μάλλον εννοούν πολιτικά είναι νεκρός.
Μετά ήρθαν και κάποιοι άλλοι στον καφενέ. Σε κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο περνούσε στο δρόμο, έτους που παν είπε ο Χ.Π. που ήξερε (το είπε χαμηλόφωνα σε μας τους δύο που είμαστε  εκεί). Το αυτοκίνητο σταμάτησε , ο συνοδηγός άνοιξε την πόρτα και πήγε στον τοίχο που έγραφε ζήτω ο Μακάριος, με ξεθωριασμένα γαλάζια γράμματα από τον καιρό της ΕΟΚΑ 1955-59 και τα κλότσησε. Ταυτόχρονα ο οδηγός πετάχτηκε έξω και προτάσσοντας το όπλο του μας απείλησε λέγοντας  μας να προσέχουμε τα λόγια μας.
Μετά ένα στρατιωτικό όχημα περνούσε με άτομα στρατιωτικά ντυμένα με το σήμα της ΕΟΚΑ β, τραγουδούσαν. Ήταν και άτομα γνωστά σε κάποιους, από το διπλανό χωριό. Το χέρι μου σηκώθηκε και τα πέντε μου δάκτυλα άνοιξαν. Αμέσως κατάλαβα πως αυτό που έκανα ήταν επικίνδυνο.
Κοντά στο μεσημέρι πήρα το  ραδιόφωνο μου και άρχισα να ψάχνω για ν’ ακούσω τι έλεγαν οι τουρκοκυπριακοί σταθμοί, ίσως αν κατάφερνα να πιάσω ελλαδικό ραδιοσταθμό(κάτι που κατάφερνα κυρίως το βράδυ). Σε κάποια στιγμή εντόπισα συχνότητα που έβαζε τραγούδια του Θεοδωράκη. Ήταν ο σταθμός που φτιάχτηκε στην Πάφο και καλούσε τον κόσμο σε αντίσταση και διέψευδε πως ο Μακάριος είναι νεκρός. 
Το απόγευμα μαζεύτηκαν αρκετοί στην αυλή του καφενέ όπως κάθε μέρα. Εγώ με το ραδιόφωνο στο χέρι συνέχεια, γύρω στις 5 έβαλα να ακούσουμε το διάγγελμα του Μακαρίου όπως προαναγγελλόταν. Όταν τέλειωσε κάποιος μας παρακίνησε (τους πιο μικρούς) να παίξουμε την καμπάνα, όπως και κάναμε.
Αργά το απόγευμα πήγα με τους φίλους μου την καθιερωμένη μας βόλτα από την μια άκρη του  χωριού μέχρι την άλλη αγνοώντας τον κατοίκων περιορισμό που επέβαλε το πραξικόπημα.
Το βράδυ στον καφενέ αρκετός κόσμος πηγαινοερχόταν. Συζητούσαν, κάποιοι που ήρθαν από τη Λευκωσία έφερναν πληροφορίες για γεγονότα και πράγματα που άκουσαν ή είχαν δει. Προσέχτηκα ακούαμε τις ειδήσεις και αργά το βράδυ από το μεγάλο ραδιόφωνο του καφενέ βάζαμε ξένους ραδιοσταθμούς όπως  ελληνικές εκπομπές της Μόσχας, της ΝτοΪτσεβελε και του b.b.c. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ.
Μετά τα μεσάνυχτα όταν ο καφενές έκλεισε, ο πατέρας μου ζήτησε από δυό- τρεις που είχαν κυνηγητικά όπλα και ήρθαν να βγάλουν σκοπιά, ώστε να αντιμετωπίσουν κάθε ενδεχόμενο.
Την Τρίτη τη νύχτα καθόμαστε 5-6 άτομα στον καφενέ του Αντρέα μερικά μέτρα πιο πάνω και απέναντι από τον δικό μας. Ένα περιπολικό της αστυνομίας σταμάτησε, ο αστυνομικός που επέβαινε κατέβηκε και με αυστηρό ύφος ρώτησε αν το χωριό μας εξαιρείτε από τον κατοίκων περιορισμό. Τότε κάποιος τον έβρισε. Ακολούθησε έντονη συζήτηση και μετά διαλυθήκαμε.

Σάββατο 20 Ιούλη.
Μου άρεσε τα πρωινά όποτε τα κατάφερνα να σηκώνουμε από τις 6 και να κάθομαι στη βεράντα του καφενέ για να απολαμβάνω την ησυχία του πρωινού και τον ήλιο που ανάτελλε κι έβαφε τον απέναντι τοίχο πορτοκαλί με τις σκιές των δέντρων να δημιουργούν σχέδια. Επίσης μου άρεσε μετά που καθάριζε η μάνα μου να συγυρίζω τα τραπέζια και τις καρέκλες.
Έτσι σηκώθηκα κι αυτό το πρωινό, άνοιξα το ράδιο το οποίο μετέδιδε πρωινή γυμναστική. Έβαλα σε τάξη τα τραπέζια και τις καρέκλες.
Σε λίγο δε θυμούμαι πως, έφτασε η είδηση ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Η γειτονιά αναστατώθηκε. Κάποιοι έπρεπε να καταταγούν στον στρατό και κάποιων τα αυτοκίνητα ήταν σε επίταξη. Ένα αυτοκίνητο ήρθε να πάρει τον γείτονα στρατό, κλάματα και ευχές.
Ακούγαμε όλη μέρα το ΡΙΚ για να μαθαίνουμε τις εξελίξεις, το οποίο με τα ανακοινωθέντα που διάβαζε ο Άγγελος Κοτσόνης έδινε την εντύπωση ότι από ώρα σε ώρα θα ρίξουμε τον εχθρό στη θάλασσα. Πέραν από την αναστάτωση και την αγωνία η μέρα πέρασε χωρίς ν’ ακούσουμε κάτι που να δείχνει ότι γίνεται πόλεμος. Το απόγευμα όμως άρχισαν οι ανταλλαγές πυρών στις περιοχές Λεύκας, Ελιάς, Αγκολέμι. Οι εκρήξεις ακούγονταν στο χωριό και ο κόσμος άρχισε να προβληματίζεται τι να κάνει. Όταν δυό-τρεις σφαίρες ήρθαν στο χωριό, δεν ξέρω ποιοι και πως, αποφάσισαν να επιβιβαστούν όσοι δεν είχαν αυτοκίνητα και χωρούσαν σ’ ένα φορτηγό (του Ζαχαρία), και οι υπόλοιποι που θέλουν να φύγουν να φύγουν με άλλα αυτοκίνητα.
Ετοιμάστηκα πήρα το ράδιο μου και ανέβηκα στο φορτηγό με τη μητέρα μου, την κόρη και τον γιό της αδελφής μου. Ο πατέρας μου έμεινε στο χωριό (το αυτοκίνητο του ήταν επίταξη). 
Αφού το φορτηγό γέμισε ξεκινήσαμε για την Κακοπετριά, ήδη ο ήλιος είχε δύσει. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ακούστηκαν 2 πυροβολισμοί, μάλλον ήταν για να σταματήσουμε, ο οδηγός όμως δεν κατάλαβε και συνέχισε. Σταματήσαμε στη δροσερή ποταμιά. Ήταν νύχτα, το κέντρο κλειστό, απόλυτη ησυχία. Μείναμε πάνω στο φορτηγό, εγώ να κάθομαι δεν θυμούμαι αν ήταν βαλίτσα ή κασόνι, η αδελφότεχνη μου κοιμόταν ακουμπισμένη στα γόνατα μου και ο αδελφός της (10 χρονών) μπροστά στα πόδιαμου. Δεν υπήρχε ούτε εκατοστό για να κινηθώ. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα, κοίταζα τα’ άστρα και σκεφτόμουν. Ήθελα ν’ ανοίξω το ράδιο αλλά δεν το έκανα για ν’ αφήσω τον κόσμο να κοιμηθεί. Πως άντεξα εκείνη τη νύχτα αναρωτιέμαι.
Μόλις ξημέρωσε το κέντρο άνοιξε και σιγά-σιγά κατεβήκαμε και πήγαμε να πιούμε κάτι.
Όταν κάθισα εκεί με πήρε ο ύπνος.
Σε λίγη ώρα το κέντρο γέμισε από κόσμο από διάφορες περιοχές της Κύπρου.
Οι άνθρωποι άρχισαν να αναμιγνύονται, να λέει ο καθένας τις εμπειρίες του, να εκφράζει τις ανησυχίες του.
Γύρω στο μεσημέρι ένας με στρατιωτική παραλλαγή και το έμβλημα της ΕΟΚΑ β ήρθε να μαζέψει κόσμο για να πάει να σβήσει τις πυρκαγιές.
Τη νύχτα στρώθηκαν στο πάτωμα κουβέρτες, σεντόνια και οι άνθρωποι που έφυγαν για να γλυτώσουν από την πολεμική μανία, ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Εγώ 2 βράδια κοιμήθηκα σε μια μεταλλική πλαγιαστή καρέκλα.
Τη Δευτέρα νομίζω 22 Ιούλη ο πατέρας μου βρήκε στο χωριό μας ένα συγχωριανό μας πληγωμένο ΕΛΑΦΡΆ και τον έφερε εκεί. Είχε τραυματιστεί κατά τον βομβαρδισμό των φυλακίων της Ε.Φ. στο στεφάνι (βουνό πάνω από τη Λεύκα). Μας περιέγραφε τα γεγονότα και όπως έλεγε μετά τον τραυματισμό του έτρεχε να σωθεί. Αν τον πλήρωναν έλεγε δεν θα έτρεχε τόσο πολύ και δεν Θα πηδούσε τόσο ψηλά συρματοπλέγματα.
Η προσμονή των συγχωριανών μου για επιστροφή στο χωριό μας τερματίστηκε την Τρίτη 23 Ιούλη με την εκεχειρία.
Με την επιστροφή μας στο χωριό άρχισαν να μαζεύουν τρόφιμα και ρούχα για τους πρόσφυγες, μια λέξη που τότε συνειδητοποιούσα τι σημαίνει.
Στο καφενέ διηγούνταν ιστορίες που είδαν ή άκουσαν . Συζητούσαν τις εξελίξεις και η προσοχή όλων στο ράδιο και την τηλεόραση για ν’ ακούσουμε τα πάντα να μη μας ξεφύγει τίποτε και ο καθένας έβγαζε τα δικά του συμπεράσματα, έλεγε τις δικές του σκέψεις και απόψεις. Πολύς ήταν ο προβληματισμός για την ανάληψη της προεδρίας από τον Γλαύκο Κληρίδη.
Στο σταυροδρόμι του χωριού (στις ζιζιφκιές) στρατοπέδευσε ένα σώμα στρατού, ήταν μαζί και ελλαδίτες στρατιώτες. όπως μας έλεγαν ήταν άοπλοι. Εγώ διερωτόμουν τι θα έκαναν χωρίς όπλα.

13 Αυγούστου 1974.
Στη γειτονιά αργά το απόγευμα, γυναίκες κάθονταν έξω από τα σπίτια (στα στενά) και κουβέντιαζαν . Αρκετοί άντρες στον καφενέ περίμεναν με αγωνία τις εξελίξεις από την συνάντηση της Γενεύης. Γύρω στις 7 με τον φίλο μου τον Σούλη ακούαμε στην βεράντα του καφενέ από το ράδιο ένα θεατρικό επιστημονικής φαντασίας για διαστημικό σταθμό.
Όταν Τέλειωσε ο φίλος μου έφυγε κ’ εγώ κάθισα στην αυλή μαζί με τους άλλους. Έχω την εντύπωση πως ήταν σκοτεινά. Αλλάζοντας τους ξένους ραδιοσταθμούς που μετέδιδαν ελληνικά, προσπαθούσαμε να αντιληφθούμε τις εξελίξεις.
Ο πατέρας μου βρισκόταν στο μπακάλικο το οποίο ήταν ενωμένο με τον καφενέ και μάζευε πράγματα για να τα πάρει στη Λευκωσία στ’ αδέλφια μου ώστε να έχουμε κάτι σε περίπτωση κατάληψης του χωρίού από τον τούρκικο στρατό.
Την άλλη μέρα 14 Αυγούστου μέρα Τετάρτη, ξύπνησα νωρίς γύρω στις 6. Ένα ράδιο που ακουγόταν στη γειτονιά έλεγε πως άρχισε πάλι ο πόλεμος.
Πετάχτηκα από το κρεβάτι μάζεψα όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα (ρούχα, ράδιο, φωτογραφική κ.λπ.) τα έβαλα στη βαλίτσα που ήταν κάτω από το κρεβάτι μου και βγήκα έξω. Ο πατέρας μου που φόρτωνε το μονοκάμπινο Μοσκοβιτς, άρχισε να βάζει και πράγματα από το σπίτι κρεβάτια, στρώματα και ότι άλλο μπορούσε να χωρέσει το αυτοκίνητο. Το μόνο πράγμα που δεν τόλμησα εκείνη τη στιγμή να πάρω παρ’ όλο που το ήθελα πολύ ήταν οι δίσκοι με τα αγαπημένα τραγούδια και το pick up (δισκοφόρος), νόμιζα πως θα μου θύμωναν. Όταν ετοιμαστήκαμε μπήκα στο αυτοκίνητο με τους γονείς μου. Ήθελα να πάρω μια πέτρα από το δρόμο για να την έχω για ενθύμιο, διότι σκεφτώμουν πως δεν θα ξανά γυρίζαμε, όπως και έγινε. (Τις τελευταίες γραμμές τις γράφω με δυσκολία)
Ο πατέρας μου είχε αποφασίσει αντί Λευκωσία να πάμε στο Φοινι στους συμπέθερους, Ευτυχώς γιατί ποιος ξέρει τι θα γινόταν αν πηγαίναμε προς Λευκωσία, ίσως μα είμαστε στους χιλιάδες σκοτωμένους.
Στο Φοινι τίποτε δεν έδειχνε πως γινόταν πόλεμος. Στους καφενέδες ο κόσμος δεν μιλούσε για τα γεγονότα (αν και υπήρχαν σκοτωμένοι από το χωριό), ούτε πολιτικά μιλούσαν. Κατά παρέες μιλούσαν για τις δουλειές τους.
Ο πατέρας μου για μια βδομάδα πήγαινε στο χωριό και κουβαλούσε πράγματα  από το σπίτι και το μπακάλικο μας. Την τελευταία φορά που πήγε στα ντεπόζιτα του χωριού τον σταμάτησαν στο οδόφραγμα που είχε στηθεί εκεί από  την (εθνική φρουρά), και δεν του επέτρεψαν να πάει με το αυτοκίνητο. Προχώρησε περπατητός και κατέβηκε προσέχτηκα απο το περιβόλι και πήγε πίσω από το μπακάλικο. Από το ανοιχτό παράθυρο είδε να είναι όλα ανακατωμένα, μπουκάλια σπασμένα, όλα κάτω και πεταμένα. Πέρασε μπροστά, στο δρόμο πεταμένα πράγματα από τα σπίτια. Μπήκε στον καφενέ πήρε ένα φλιτζάνι του καφέ και έφυγε. (Όπως πληροφορηθήκαμε αργότερα, εκείνη τη μέρα συνελήφθηκαν δυό γείτονες μας, έξω από τα σπίτια τους, όταν είχαν πάει και αυτοί για να πάρουν μερικά είδη από τα σπίτια τους. Μετά όμως αφέθησαν ελεύθεροι επειδή τους γνώριζαν τουρκοκύπριοι οι οποίοι δούλευαν μαζί τους.)
Όταν ο πατέρας μου ήρθε να μας βρει, είμαστε μαζεμένοι στην κουζίνα. Τον ρωτήσαμε με αγωνία τι γινόταν. Δεν απάντησε. Η αδελφή μου που είχε έρθει και αυτή στο Φοινί εν τω μεταξύ τον ρώτησε αν μπήκαν οι τούρκοι στο χωριό. Η απάντηση με στενοχώρια, καταφατική.
Στη συνέχεια μας περιέγραψε ότι είχε δει. Η λύπη που μας πλάκωσε ασήκωτη.
Το χωριό μας (όπως και τα διπλανά) απροστάτευτο για μια βδομάδα, χαρίστηκε και αυτό στον τούρκικο στρατό, αν και δεν φαίνεται να ήταν στα σχέδια του για κατάληψη.
Άδικα η Κύπρος μοιράστηκε και η μισή πουλήθηκε στην Τουρκία. Η πληγή από το μοίρασμα ακόμα ανοιχτή να μας βασανίζει μέχρι σήμερα.


2011 Συγκρίσεις
1974 εχθρός αυτών που εξυπηρετούσαν τα νατοΪκα συμφέροντα για διχοτόμηση της Κύπρου ήταν ο Μακάριος το ΑΚΕΛ και οι δημοκρατικές δυνάμεις, που αντιστέκονταν στην κατάλυση της δημοκρατίας και την διχοτόμηση.
Σήμερα εχθρός της συνασπισμένης δεξιάς- εθνικοσοσιαλδημοκρατίας, Ο Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ, διότι αντιστέκονται στη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, όπως κι αν την ονομάζουν αυτοί που την επιθυμούν, είτε διχοτόμηση, είτε δύο κράτη, είτε χαλαρή ομοσπονδία (συνομοσπονδία), είτε αγώνα για δικαίωση και επιστροφή στις πατρογονικές εστίες.
Εχθρός σήμερα της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκφραστών ο Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ διότι υπερασπίζονται τα λαϊκά συμφέροντα και θέλουν συμμετοχή του πλούτου στην οικονομία του τόπου.
Προσπάθεια εξαναγκασμού σε παραίτηση (πολιτικό-καναλαρχικό  πραξικόπημα σε διάρκεια)
Η Τουρκία περιμένει τα επόμενα μας λάθη και πολιτικές ανοησίες.


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Δεν θα τα βάψω μαύρα!

Η πολιτική των συνεργασιών είναι καλή και πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατό περισσότερες δυνάμεις. Η συνεργασία όμως πρέπει να έχει ένα περιεχόμενο στο οποίο να υπάρχουν συγκλήσεις στους κυριότερους τομείς της ζωής. Πάνω απ’ όλα πρέπει να υπάρχει συναντίληψη στο κυπριακό και την οικονομία.
Η συνεργασία ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ κατά καιρούς έδωσε αρκετά θετικά στον τόπο, όμως είχε και αρνητικά που δεν είναι της ώρας.
Τα τρία Χρόνια αυτής της διακυβέρνησης η συνεργασία ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ ήταν χρήσιμη παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες του ΔΗΚΟ σε κάποιες περιπτώσεις ή Μέρους του ΔΗΚΟ να διαφωνεί σε όλα σχεδόν. Νομίζω πως η κύρια διαφωνία είναι  στο κυπριακό και από μέρους της δεξιάς του ΔΗΚΟ και στην οικονομία.
Είναι όμως δύσκολο και αντιπαραγωγικό κάθε λίγο το ένα μέρος της διακυβέρνησης να θέτει ζητήματα ή όρους, να αντιπολιτεύεται πιο πολύ και από την αντιπολίτευση, να υποσκάπτει την κυβέρνηση και να απειλεί σε κάθε δυσκολία ότι θα αποχωρήσει από τη διακυβέρνηση του τόπου.
Παρ’ όλο λοιπόν που θα ήταν καλύτερα να συνεχιζόταν η συνεργασία με περισσότερη ομοφωνία και συγκλήσεις στα κυριότερα ζητήματα, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα και όχι τυχαία, εγώ αντικρίζω θετικά αυτή την εξέλιξή και εισηγούμαι ο πρόεδρος να στελεχώσει την κυβέρνηση με υπουργούς από τους χώρους εκείνους που συμπορεύονται μαζί του αυτά τα τρία χρόνια, ώστε να δώσει ένα κυβερνητικό σχήμα με περισσότερες συγκλήσεις και κοινούς στόχους που είναι και το κύριο ζητούμενο. Διότι αν δεν υπάρχει ομοφωνία στους στόχους η σύγκρουση θα είναι   καθημερινή.
Είναι πια κατανοητό ότι η αντιπολίτευση μεγαλώνει και η αντιπαράθεση θα είναι συνεχής και θα οξύνεται καθώς (πλησιάζουν) οι εκλογές του 2013.
Θα αντέξουμε όμως και θα δώσουμε τη μάχη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ. Για να πάρουμε την κοινωνία μπροστά.
Η κυβέρνηση πρέπει με τόλμη να κάνει τις αναγκαίες αλλαγές, σταθερά να επιμείνει στη λύσητου κυπριακού και ο λαός βλέποντας  αποτελέσματα θα συνεχίσει να την στηρίζει.